Το Κέντρο στη Μέση

Μου άρεσε το άρθρο του @apdox για την αναζήτηση του Κέντρου. Πέρα από τα σωστά πολιτικά επιχειρήματα που αναπτύσσει όμορφα ο Αποστόλης, υπάρχει και μια άλλη πτυχή του ζητήματος του ρόλου του Κέντρου σαν μια δραστηριότητα που βρίσκεται στη μέση, μέσα και μεταξύ δυο διαθέσεων που, ενώ εμφανίζονται μεταξύ τους πολωμένες, στην πραγματικότητα, κρύβουν την πρωταρχική τους αντίθεση, την αντιπαλότητά τους με το Κέντρο.

Πρόκειται για μια παλιά ιδέα του μεγάλου Γαλλο-Εβραίου γλωσσολόγου Émile Benveniste, η οποία αποσαφηνίζει πλήρως τη διαφορά μεταξύ ενεργητικού-παθητικού με βάση τη σημασιολογική διαφορά μεταξύ δυο γραμματικών τύπων, της ενεργητικής και της παθητικής φωνής. Βασικά, αυτό που λεει ο Benveniste είναι ότι, στη γενικότητά της, μια τέτοια διαφορά είναι απλώς μια διαφορά της τυπολογίας της διάθεσης, του τρόπου που το υποκείμενο δρα επιτελώντας κάποια διαδικασία. Στην ενεργητική φωνή, το υποκείμενο κάνει κάτι που βρίσκεται εξωτερικά από τον εαυτό του κι αν το δούμε με την έννοια αυτή, το υποκείμενο βρίσκεται έξω από το αντικείμενο της δράσης του. Φυσικά και το ελέγχει, το υποκείμενο ενεργώντας παράγει ή διαμορφώνει ή παρεμβαίνει στο αντικείμενο, αλλά υπάρχει μια καλά ορισμένη κατεύθυνση της δράσης, η οποία ξεχωρίζει αρχή και τέλος, δηλαδή, λογικά αφήνει το υποκείμενο έξω από την ίδια τη δράση, τον ιδιαίτερο σκοπό, την ακολουθούμενη κατεύθυνσή της. Απ' την άλλη μεριά, στην παθητική φωνή, το αντικείμενο, ο σκοπός της δράσης είναι, κατευθύνεται προς το ίδιο το υποκείμενο, είτε όταν η δράση ξεκινά απ' το εν λόγω υποκείμενο ή από κάποια άλλα υποκείμενα ή κάποιους άλλους παράγοντες. Αλλά και πάλι, το παθητικό υποκείμενο λογικά ξεχωρίζει από τη διαδικασία της δράσης, γιατί αποτελεί το τέλος της κατεύθυνσης μιας ενέργειας που γίνεται πάνω σ' αυτό. Μ' άλλα λόγια, για τον Benveniste, το ενεργητικό δεν είναι το αντίστροφο του παθητικού, αλλά και τα δυο έχουν νόημα σαν διαδικασίες δράσης, στις οποίες το υποκείμενο βρίσκεται έξω (ή πάνω) από την ίδια τη δράση. Το πραγματικό αντίθετο του ενεργητικού-παθητικού, ισχυρίζεται ο Benveniste, είναι η μέση διάθεση, θυμίζοντάς μας την παλιά μέση φωνή της αρχαιο-ελληνικής γλώσσας που, ιστορικά, κάποια στιγμή εξαφανίστηκε απ' τον ορίζοντα. Δηλαδή, εννοιολογικά και λογικά, αν υπάρχει κάτι στο οποίο και η ενεργητική και η παθητική διάθεση αντιτίθενται αυτό είναι η κατάσταση που το υποκείμενο βρίσκεται εντελώς μέσα, στο εσωτερικό της διαδικασίας της δράσης του, δηλαδή, που το υποκείμενο απορροφάται, εδραιώνεται μέσα στη διαδικασία της δράσης, γίνεται ο τόπος, το ''siège'' της δράσης (όπως έλεγε ο Benveniste).

Για παράδειγμα, αν μιλήσουμε για την πολιτική πράξη, εκείνο που σηματοδοτεί η ενέργεια μιας κάποιας πολιτικής παρέμβασης ή το πάθος των βασάνων από μια κάποια κοινωνικά άδικη πολιτική απόφαση δεν είναι απλώς το γεγονός ότι υπάρχει κάποιο (πολιτικό) υποκείμενο που ενεργεί ή πάσχει στο πλαίσιο των αντίστοιχων καταστάσεων, αλλά σύμφωνα με τον Benveniste, είναι η ίδια η κίνηση του υποκειμένου με βάση και σε σχέση με τη μεσαία κατάσταση της αυτοτελούς στην εσωτερικότητά-της χειρονομίας της πράξης. Γι' αυτό, όταν κάποιος ενθουσιάζεται απ' την ενεργητικότητά του ή λυπάται απ' τις επιπτώσεις κάποιων  άλλων ενεργειών, εκείνο που πρώτιστα έχει σημασία να καταλάβουμε (αν μας πέφτει λόγος φυσικά) είναι τι ανάγκασε το υποκείμενο να ξεστρατίσει από μια ατονική άχρωμη κατάσταση, η οποία δεν είναι ούτε ενθουσιασμός ή χαρά ούτε λύπη ή απελπισία, είναι η μέση φωνή της ταυτόχρονης αν-ενέργειας κι α-πάθειας. Γιατί αυτό που βρίσκεται στη μέση μεταξύ ενεργητικού-παθητικού, εξ ορισμού, δεν είναι ούτε ενεργητικό, ούτε παθητικό, ενώ κάτι το ενεργητικό δεν είναι απαραίτητα παθητικό, ή το αντίθετο, όσο επίμονα κι αν ο κοινωνικός ντετερμινισμός προσπαθεί να μας πείσει ότι ισχύει. Μ' άλλα λόγια, για να καταλάβουμε τη χαρά (ή το "καλό"), δεν έχει νόημα να τη ζυγιάσουμε, να τη μετρήσουμε, ως προς τη λύπη (ή το "κακό"), αλλά να εντοπίσουμε, να ιχνηλατήσουμε, τον τόπο μιας μέσης στάθμης, από τον οποίον ξεπροβάλει, παρεκκλίνει, η χαρά ή η λύπη (το "καλό" ή το "κακό") απελευθερώνοντας προς τα έξω κάτι που από μόνο του καθόταν αρμονικά, μέσα στην οντολογική α-κινητικότητα της εσωτερικότητας της αντίστοιχης έμπρακτης χειρονομίας.

Βέβαια, με τα προηγούμενα, δεν επιχειρώ να υπαινιχθώ ότι, από πολιτικής άποψης, το Κέντρο αποτελεί τη μέση διάθεση ή ότι η Αριστερά κι η Δεξιά ταυτίζονται μ' έναν από τους δυο πόλους του φαινομενικού διπόλου ενεργητικού-παθητικού. Η εποχή μας είναι περίεργη. Μπορεί κάποτε το πολιτικό στερεότυπο να ήταν μια ενεργητική Αριστερά, μια Αριστερά των κοινωνικών αλλαγών, της ριζοσπαστικής κινηματικής δράσης, και μια παθητική Δεξιά, μια Δεξιά της συντήρησης του κατεστημένου, της απόλυτης υπακοής στη φωνή της εκάστοτε εξουσίας (His Master's Voice). Όμως δεν βλέπω αυτό να ισχύει τώρα, στην τρέχουσα συγκυρία, όταν, π.χ., ένας Δεξιός αρχηγός ανυπακούει στις εντολές των ισχυρών ομοϊδεατών του απ' το εξωτερικό ή όταν ένας Αριστερός αρχηγός υπερασπίζεται τα συντεχνιακά προνόμια των "πελατών" της κρατικής εξουσίας κι αντιτίθεται στο στοιχειώδες αίτημα της απόλυτης κοινωνικής δικαιοσύνης, που χωρίς αυτή δεν μπορεί να προχωρήσει καμιά ριζοσπαστική κοινωνική αλλαγή.

Αυτό που θέλω να πω (και καλύπτομαι με την τοποθέτηση του Αποστόλη) είναι ότι πρέπει οπωσδήποτε να καταλάβουμε την ανάγκη της ύπαρξης και της κινητοποίησης του Κέντρου, της διάθεσης που βρίσκεται μέσα στην πολιτική πράξη, στο κέντρο των δράσεων για την κοινωνική εξέλιξη κι έξω από τις ενεργητικές ή παθητικές προφάσεις ή προσχήματα για την αναπαραγωγή της αδράνειας, της ανυποληψίας, της παγίδευσης του συστήματος μέσα στους βάλτους της μιζέριας, της έχθρας, της φοβίας, της κακοδαιμονίας. Ένα Κέντρο που είναι κάθετα αντίθετο και με τον προσανατολισμό της εργαλειακής ή χρησιμοθηρικής ή οπορτουνιστικής ενεργητικότητας και με την χίμαιρα της ναρκισσιστικής ή "ωχαδερφιστικής" ή πατερναλιστικής-συμφεροντολογικής παθητικότητας, απ' όπου κι αν προέρχονται οι τακτικισμοί αυτοί ή οι παθογένειες αυτές. Ένα Κέντρο που δεν συμβιβάζεται με την εξουσία των εξωτερεικευμένων ή φετιχοποιημένων διαδικασιών των ενεργητικών ή παθητικών πολιτικών δράσεων, αλλά που εσωτερικεύει στην ίδια τη διαδικασία της ατονικής πολιτικής αντιπαλότητας τη σχέση της ενεργητικής ρήξης με την παθητική αναπαραγωγή των αδιέξοδων της εξουσίας.

Αμήν. (Δεν το λεω χαριτολογώντας, απλώς γιατί πιστεύω στη χάρη και τη δύναμη του κατέχοντος.)

 

Για το νέο και τις μεταρρυθμίσεις γενικώς κι ιδιαίτερα ως προς την ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα

Δεν κρύβω ότι το αρχικό μου έναυσμα ήταν η συζήτηση για την κατάσταση στα ΑΕΙ, τα οποία, όπως σχεδόν κι όλη η εκπαίδευση στην Ελλάδα, θεωρώ (κι εγώ) ότι βρίσκονται υπό εκφυλισμό και διάλυση. Αντί όμως να εστιασθώ σ' αυτό το ιδιαίτερο ζήτημα, θα ήθελα να πω κάτι πιο γενικό. Να συζητήσω τους τρόπους με τους οποίους πρέπει να τολμάμε να προχωράμε, όταν θέλουμε να προσεγγίσουμε αποφασιστικά κάτι το καινούργιο, είτε πρόκειται για μια πλήρη καινοτομία ή για μια μεταρρύθμιση που αποσκοπεί να παρέμβει και να λύσει υπαρκτά προβλήματα ή για μια έστω μικρή, στοιχειώδη αλλά συνειδητή, προσπάθεια βελτίωσης των συνθηκών μέσα στις οποίες ζούμε. Ή, καλύτερα, θα επιχειρήσω να μιλήσω γιατί δεν μπορούμε, τι μας κρατά πίσω, να προχωράμε προς την κατεύθυνση του νέου, της καινοτομίας, των πραγματικών κι αποτελεσματικών μεταρρυθμίσεων. 

 

Να το πω καθαρά. Υποστηρίζω την τόλμη του πειράματος, του θάρρους της καλόβουλης κι ειλικρινούς δοκιμής, η οποία μπορεί να βελτιώνεται συνεχώς η ίδια και να επιχειρεί να λύνει τα οποιαδήποτε προβλήματα μέσα από τους πειραματισμούς της υλοποίησής της, μέσα από τα μαθήματα των λαθών της, μέσα από τη μεθοδολογία της δοκιμής και του λάθους. Μέσα από ρηξικέλευθους και πρωτότυπους πειραματισμούς, που θα είναι σε θέση ν' αναθεωρούν ακόμη και τις ίδιες τις πρωταρχικές αρχές της δοκιμαστικής συγκρότησής τους. Από τη μια μεριά, η προσαρμογή μέσα στη μεταβλητότητα και την ενδεχομενικότητα (contingency), μέσα στο διαρκώς μεταβαλλόμενο κι απρόβλεπτο περιβάλλον. Κι από την άλλη μεριά και ταυτόχρονα, το εμμενές (immanent) πείραμα να αλλάξουμε αυτό το περιβάλλον στην κατεύθυνση κάποιων πιο ευνοϊκών ισορροπιών. Αλλά πώς; Όταν, μέσα στην πράξη των πειραματισμών, δοκιμάζουμε τα όρια και τους ορίζοντες των αντοχών, βρίσκουμε πού πέφτουμε έξω κι ανακαλύπτουμε κάποιες εναλλακτικές λύσεις, τις οποίες αρχικά δεν μπορούσαμε ή ίσως και δεν θέλαμε ή εμποδιζόμασταν να τις δούμε. Αλλά πάντα με το θάρρος και την τόλμη της αποφασιστικότητας να προχωρήσουμε μπροστά.

Δυστυχώς όμως, η κατάσταση κι η νοοτροπία στην Ελλάδα είναι πέρα για πέρα αντι-πειραματική, αντι-αναθεωρητική. Εχθρική, φοβική απέναντι στην υιοθέτηση των ενδεχομενικών δυνατοτήτων που μπορούν να ξεπροβάλουν μέσα σε διαρκώς ανανεούμενες δοκιμές, μέσα απ' τις συνειδητοποιήσεις, τα μαθήματα από τα λάθη και μέσα στην προσπάθεια για το ανεξάντλητο ξεπέρασμα, τη διόρθωση, τη βελτίωση.

Όλοι στην Ελλάδα είμαστε απελπιστικά κι ανυπόμονα πεισματάρηδες εγωιστές. Είμαστε σίγουροι ότι κατέχουμε την αλήθεια, όχι μόνο γιατί η αλήθεια για τους Έλληνες πρέπει να είναι μόνο μια μοναδικά κι αποκλειστικά δική τους άποψη, αλλά περισσότερο γιατί οι Έλληνες υποστηρίζουν με τυφλό φανατισμό το θεόσταλτο κι αιώνιο προνόμιό τους να γνωρίζουν αυτοί και μόνο αυτοί την αλήθεια, ΕΞΩ από τα πράγματα, ΠΡΙΝ από την πράξη, ΠΕΡΑ από την εμπειρία. Επομένως, έτσι, δεν τολμούμε να πειραματισθούμε απέναντι στο άγνωστο. Οι Έλληνες δεν έχουμε τα κότσια να δοκιμάσουμε τις αντοχές των εποικοδομητικών προτάσεων που θα μπορούσαμε να κάνουμε, γιατί δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τον εγωισμό της παντογνωσίας μας. Ο εγωισμός αυτός, σε τελευταία ανάλυση, διαποτίζει, δηλητηριάζει, και το πνεύμα των οποιωνδήποτε προτάσεών μας, για να τις ακυρώσει πριν ακόμη αρχίζουν να υλοποιούνται. Οι Έλληνες βλέπουν μόνο την αρνητικότητα και το μηδενισμό αυτών με τους οποίους διαφωνούν. Καμιά κουβέντα για τη δική τους ένοχη αρνητικότητα, για το συνεπαγόμενο μηδενισμό του εγωισμού τους, για την ισοπέδωση του δικαιώματος για διαφορά, που θέλουν να επιβάλουν με κάθε τρόπο. Αλλά, έτσι, δεν μπορούν να επιβιώσουν, να εξελιχθούν, να προσαρμοσθούν, πάνω στο γλιστερό έδαφος της αβέβαιης έκβασης, πάνω στο έδαφος ενός ανεξέλεγκτου άγνωστου, της φυσικής πολυσημίας, του αναπάντεχου διφορούμενου. Μηδενικά επίπεδα ανοχής της αβεβαιότητας έχει ο πολύξερος-πεφωτισμένος-διαφωτιστής εγωιστής Έλληνας. Κι όταν συγκαλεί διαβουλεύσεις ή άλλες ομαδικές συζητήσεις, το μόνο που θέλει να επιτύχει είναι (μέσα από διαπραγματεύσεις, παζαρέματα και μαγειρέματα, ο,τιδήποτε, δηλαδή, έχει το υβριστικό θράσος να τ' αποκαλεί "συναινέσεις") να εξασφαλίσει τα νώτα του από τη βέβαιη αποτυχία, στην οποία οδηγεί η πεισματάρικη λατρεία-του της ακλόνητης βεβαιότητας. Οι συναινετικές διαβουλεύσεις στην Ελλάδα έχουν καταντήσει να είναι το άλλοθι της βέβαιης κι αντικειμενικής αποτυχίας των υποκειμενικών σχετικισμών, όχι ένας τρόπος αντιμετώπισης της εγγενούς αβεβαιότητας κι ενδεχομενικότητας των πραγμάτων από το πλήθος των ιδιαιτερότητων (singularities) που πασχίζουν, με τις δράσεις τους, ν' ανακαλύψουν την καθολικότητα της απόλυτης αλήθειας.

Η αλήθεια για τον Έλληνα βρίσκεται έξω, πριν και πέρα από τα πράγματα, από τη ροή, το γίγνεσθαι, του είναι μέσ’ τον κόσμο. Κι όταν ακόμη αναζητεί μια συλλογική αλήθεια, δίκη τέτοιων φανφαρόνικων διαβουλεύσεων, τίποτε δεν βγάζει απ' το μυαλό των διαβουλευόμενων τη βεβαιότητα ότι η αλήθεια αυτή (είτε σαν ατομική μεσσιανική επιφοίτηση ή σαν συλλογική συνενοχή στο παζάρεμα και τη συνδιαλλαγή των συμφερόντων) δεν πρέπει ούτε πρόκειται να αλλάξει καθ' οδό. Για τον Έλληνα, οπωσδήποτε, δεν πρόκειται, σε καμιά περίπτωση, να αλλάξει. Ακόμη κι όταν γίνει σ' όλους κατανοητό ότι κάτι άλλο χρειαζόταν, κάτι που αρχικά βρισκόταν έξω από την πεισματική αρχική βεβαιότητα για το πώς πρέπει να γίνουν τα πράγματα. Πάλι το ίδιο λάθος θα επαναληφθεί, η ίδια αλαζονεία που μένει πεισματικά προσκολλημένη σε μια μυωπική αντίληψη ότι, ανεξάρτητα από την τροπή που θα πάρουν τα πράγματα, το μόνο που πρέπει οπωσδήποτε να σωθεί είναι πάντα το αναφαίρετο κι a priori δίκιο, το αιώνια αστραφτερό κύρος, του αλάθητου και παντογνώστη Έλληνα.

 

Ενώ όλη η δομή της επιστήμης και της τεχνολογίας έχει θεμελιωθεί πάνω στο πείραμα, στη διαδικασία των ασταμάτητων πειραματισμών, μέσα από την εμπειρική-πειραματική επαλήθευση, αλλά και την διάψευση, τη δοκιμή και το λάθος, τις μεθόδους, δηλαδή, που αναζητούν να ιχνηλατήσουν τους άγνωστους δρόμους της γνώσης μέσα από μια σταθερή επίγνωση της αβεβαιότητας και της ενδεχομενικότητας του χάους του κόσμου, το αντίθετο ισχύει στην Ελλάδα. Τίποτε, δεν αφήνεται στην τύχη του ή στην "ανευθυνότητα" των πειραματισμών. Ειδικά, θα σου πουν, π.χ., για τα ευαίσθητα πράγματα της εκπαίδευσης, τα πειράματα είναι βλαβερά, περιττά, επικίνδυνα, δεν χρειάζονται. Και στη θέση τους προτιμάται ο δρόμος της σίγουρης αποτυχίας των καταδικασμένων πεφωτισμένων δράσεων, που με το πολύ φως της παντογνωσίας τους είναι τυφλωμένες από τη σιγουριά της μηχανικής και στείρας επανάληψης. Έτσι, δεν υπάρχει, δεν γίνεται, κανένας γνήσια καινοτόμος νεωτερισμός, καμιά γνήσια μεταρρυθμιστική αναθεώρηση των μέτρων που ακολουθούνται για να επιτευχθεί η επίλυση των προβλημάτων που συνεχίζουν να πολλαπλασιάζονται. Ο Έλληνας θα κρυφθεί ή θα μασκαρέψει τον εγωισμό του πίσω από τη σιγουριά της πεπατημένης οδού, ακόμη κι αν αυτή έχει να κάνει με άλλους τόπους, ή με άλλες συγκυρίες ή συνθήκες, με άλλους καιρούς. Ο Έλληνας είναι το πιο μιμητικό πλάσμα σ' ολόκληρο τον πλανήτη. Το ότι η παπαγαλία είναι ο χρυσός κανόνας όλου του εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα είναι μια άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Το μόνο που ξέρει είναι ν' αντιγράφει παθητικά, όχι να δημιουργεί ενεργητικά. Γιατί η δημιουργία που οδηγεί σε κάτι το καινούργιο είναι πάντα μια πάλη του οράματος, του ειλικρινούς πόθου για το καινούργιο, μια πάλη με τα δεσμά της υποδούλωσης στο παλιό, με τη ναρκισσιστική απονεύρωση που νομιμοποιεί την επικυριαρχία της συνήθειας σαν πράξη ανυπέρβλητης εξάρτησης απ' το παλιό. Και το παλιό (ή το εφαρμοσμένο αλλού κι άλλοτε) είναι το σίγουρο, που ταιριάζει στον εγωισμό της καραγκιοζίστικης παντογνωσίας του Έλληνα. Γι' αυτό, ο Έλληνας αποφεύγει, απορρίπτει, τις αληθινές μεταρρυθμίσεις. Γιατί χρειάζονται τη μετριοφροσύνη που εμπνέεται από την πολυσημία της αβεβαιότητας για την αντιμετώπιση της πολυπλοκότητας των αμφίσημων καταστάσεων του κόσμου. Γιατί χρειάζονται την ηρεμία και την ειλικρίνεια της αποφασιστικότητας, έτσι ώστε να βρίσκεται ο δρόμος της αλλαγής, σαν παιχνίδι του κόσμου, μέσα από ανοιχτούς πειραματισμούς, μέσα από την καλοπροαίρετη εμπλοκή και την χαρούμενη ενασχόληση της ζωής με τα πράγματα. Προκατάληψη, φοβία, μισοψυχία, για να τηρηθούν τα προσχήματα μιας προνομιακής κληρονομιάς που φαντάζεται ο Έλληνας ότι κατέχει. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά του Έλληνα. Γι' αυτό, δεν μπορεί μόνος του να προκόψει, πάντα περιμένει τον από μηχανής Θεό. Είτε τον Θεό του αλαζονικού εγωισμού του, που, όταν δεν πείθει ή δεν παραπλανά με παχιά λόγια, καταφεύγει στον τσαμπουκά, την ασυμβίβαστη μαγκιά, να εξακολουθεί να θεωρεί μέρα τη νύχτα της κατάντιάς του. Ή της ελεημοσύνης των ξένων, που για τον Έλληνα του είναι παντοτινά υποχρεωμένοι, επειδή απ' την Ελλάδα δήθεν πήραν τα φώτα του πολιτισμού, τα φώτα με τα οποία τώρα ο Έλληνας είναι στην κυριολεξία τυφλωμένος και πέρα για πέρα αυτο-ευνουχισμένος κι ανίκανος να ανακαλύψει το νέο, την αλλαγή προς το καλύτερο. Κούνια που τον κούναγε.

 

Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ σκληρή για τον Έλληνα. Δεν υπάρχει ο πόθος του καινούργιου ή ο οραματισμός της καινοτομίας, υπάρχει μόνο η ψεύτικη ρητορική ή λαϊκίστικη παραπλάνηση για να συνεχίσουν τα πράγματα να γίνονται όπως πάντοτε (business as usual). Δεν γίνεται καμιά μεταρρύθμιση, καμιά αλλαγή που μετασχηματίζει το παλιό, το προβληματικό, το ανυπόφορο, όταν δεν υπάρχει η τόλμη του πειράματος, το θάρρος να βάλουμε τα χέρια μας μέσ’ τη φωτιά, για να βγάλουμε τα κάστανα του νέου, μέσ' από απώλειες, από τραυματισμούς, από θυσίες.

 

Έτσι τώρα και για τα Πανεπιστήμια. Όλοι δέχονται ότι η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο, όλοι ισχυρίζονται ότι ξέρουν δήθεν καλά κάποιες εκπαιδευτικές πολιτικές που εφαρμόζονται αποτελεσματικά κάπου αλλού κι ότι θα έλυναν τον γόρδιο δεσμό αν τις μεταφέραμε με κάποιο τρόπο κι εδώ. Αλλά κανένας δεν τολμά να δει κατάματα το πρόβλημα. Να συνειδητοποιήσει ότι τα Πανεπιστήμια έχουν γίνει τα άντρα της μάζωξης όχι μόνο των αδιάφορων ή, σε κάποιες περιπτώσεις, κι οκνηρών φοιτητών, αλλά, σ' ορισμένες ακραίες περιπτώσεις, και των άχρηστων καθηγητών ή των πελατειακά και κομματικά ευνοούμενων υπάλληλων. Αυτά τα κατεστημένα που το κράτος, δυστυχώς, πολλές φορές, με τη συνενοχή της ίδιας της κοινωνίας, έχουν ως τώρα δημιουργήσει (επειδή τα πράγματα αντιμετωπίζονταν είτε ωφελιμιστικά ή ωχαδερφιστικά) κανείς δεν θέλει να τα πειράξει. Για παράδειγμα, το κράτος θέλει να βάλει πάνω απ' τα Πανεπιστήμια αξιολογήσεις ή εξωτερικούς μάνατζερ, να κάνουν τι; Το ζήτημα δεν είναι η αναπόφευκτη ανάγκη για ορθολογικές αυτο-διορθώσεις μέσα από αντικειμενικές αξιολογήσεις ή από μια χρηστή, αμερόληπτη κι αποτελεσματική διοίκηση. Το ζήτημα είναι πώς θα αντιμετωπισθούν οι αξιολογήσεις ή οι μάνατζερ από το διεφθαρμένο εκπαιδευτικό σύστημα. Κι εκεί οι πολύξεροι πολιτικοί, που εγωιστικά θέλουν να επιβάλουν τις βεβαιότητές τους, δεν μιλούν. Γιατί συμβιβάζονται. Μα είναι ποτέ δυνατόν ένας αρρωστημένος εκφυλισμός του επιπέδου της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα να μη τα καταφέρει να διαπραγματευθεί την αναπαραγωγή του με τους οποιουσδήποτε αξιολογητές ή με τους μάνατζερ που θα αναλάβουν τον εξωραϊσμό ενός ρημαγμένου οικοδομήματος; Ίσα-ίσα, οι ίδιοι οι ανάξιοι κηφήνες (π.χ., αυτοί που επί χρόνια μαγείρευαν τις κρατικές στατιστικές) είναι το πιθανότερο ότι θα γίνουν οι αξιολογητές που θα δώσουν το συγχωροχάρτι στους δικούς τους (ενδεχομένως να κυνηγήσουν τις αντίπαλες κλίκες, όχι όμως στο όνομα της καθολικά εφαρμοσμένης αξιοκρατίας, αλλά σαν βεντέτα μεταξύ μαφιόζικων κύκλων). Οι ίδιοι οι ανίκανοι για την παραμικρή ανανέωση μέσα στη χαβούζα που δημιούργησαν, για να τους βολεύει και για να βολεύουν τους δικούς, αυτοί οι ίδιοι θα επιχειρήσουν να μεταμορφωθούν σε μάνατζερ κι, ως δια μαγείας, θα αλλαξοπιστήσουν μπροστά στα ήθη και την αίγλη της διοικητικής εξουσίας, για να υποσχεθούν ότι θα εγγυηθούν τις αξιοκρατικές διαδικασίες, που ως τώρα οι ίδιοι καταπατούσαν.

Αστειότητες. Μόνο οι Έλληνες έχουν μια τόση διεστραμμένη οκνηρία και δεν θέλουν να σκεφθούν το νέο, το πείραμα, τη δοκιμασμένη ανανέωση.

Το ζήτημα όμως είναι απλό, κατά ουσιαστική βάση ή κάτω από άλλες υπαρξιακές συνθήκες. Ωραία, δεν μπορείτε να τα βάλετε με τα σκατά, να καθαρίσετε τους βρωμισμένους στάβλους του Αυγεία. Δεν σας συμφέρει, έχει πολιτικό κόστος, γιατί θα χάσετε την εύνοια κάποιων από τους στυλοβάτες της απάτης σας. Μη ντρέπεστε να το παραδεχθείτε. Αλλά τότε γιατί δεν πάτε παραπέρα, εντελώς έξω από τα υπαρκτά αναξιόπιστα ιδρύματα, να δοκιμάσετε, να πειραματισθείτε, να φτιάξετε κάποιους νέους θεσμούς, εντελώς απ' τη αρχή, χωρίς καμιά εξάρτηση απ' το παλιό; Δεν προτείνω να φτιάξετε ιδιωτικά ιδρύματα που λειτουργούν με βάση το κέρδος. Φτιάξτε όμως ιδρύματα, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που θα είναι πλήρως αυτοδιοικούμενα κι ανεξάρτητα αφενός από το ένοχο πελατειακό κράτος κι αφετέρου από τις αδηφάγες καιροσκοπικές αγορές. Ιδρύματα της κοινωνίας των πολιτών. Ιδρύματα που θα είναι θωρακισμένα κι απέναντι στην κρατική πελατειακή υποδούλωση κι απέναντι στην εκμετάλλευση και τη βάρβαρη αποικιοκρατία των αγορών. Θωρακισμένα με τι; Με τη δύναμη του κοινού λόγου, της αναζήτησης του νέου, των ανοιχτών μυαλών, της επιστημονικής γνώσης, της κοινωνικής ευθύνης, της άμιλλας για το καλύτερο. Με τέτοιες ηθικές αξίες προς τις οποίες όλοι να μπορούν να συμβάλουν μέσα από μια διαρκή προσπάθεια πειραματικής αναζήτησης, μέσα από θετικούς οραματισμούς για τη βελτίωση του κόσμου, μέσα από την αφιλοκερδή αγωνία για το καλύτερο και μέσα από τους πραγματικά επίπονους αγώνες για την παραγωγή της γνήσιας καινοτομίας, η οποία δεν θα υποκύπτει στους συμβιβασμούς ή τα αλισβερίσια της πεπατημένης, αλλά θα είναι μια τολμηρή καινοτομία που θα σηκώσει το ηθικό ανάστημα και θα δει κατάματα την αμαρτία και τη διαφθορά του παλιού. Που θα έχει την αποφασιστικότητα να αντιμετωπίσει όλα τα εμπόδια που κωλυσιεργούν, που βάζουν τρικλοποδιές στην αναζήτηση του καινούργιου.

Κι αν ποτέ συγκροτηθούν τέτοια εκπαιδευτικά ιδρύματα της κοινωνίας των πολιτών, κι ας είναι παράλληλα με τα υπαρκτά ιδρύματα της κρατικής νομιμοποίησης (που φυσικά, έτσι όπως είναι, δεν έχουν καμιά υπόληψη από τις αγορές, κι ούτε καμιά σημαντική αναγνώριση από το διεθνές σύστημα των πανεπιστημιακών αξιολογήσεων), τότε να δείτε πόσο γρήγορα θα μαραζώσουν τα ήδη εκφυλισμένα κι αμαρτωλά κρατικά ιδρύματα. Όχι γιατί αυτήν την έκβαση την ξέρουμε εξ αρχής. Ακριβώς το αντίθετο. Γιατί, από τη μια μεριά, τη μεριά της πεισματικής προσήλωσης στο παλιό, στα ιδρύματα των μονοπωλίων του κρατικισμού (ακόμη και με την προσβλητική αδιαφορία των παραγόντων της αγοράς), όλα είναι σίγουρα και γνωστά απ' την αρχή κι επομένως δεν υπάρχει η παραμικρή ανάγκη για την οποιαδήποτε έκβαση που θα οδηγούσε στο καινούργιο. Ενώ, από την άλλη μεριά, στα εκπαιδευτικά ιδρύματα της κοινωνίας των πολιτών, όλα παίζονται (στην κυριολεξία, η μάθηση είναι παιχνίδι - θυμηθείτε τη ρήση του Ηράκλειτου για τον χρόνο), όλα δοκιμάζονται μ' επίπονες προσπάθειες ανεξάντλητων πειραματισμών, όλα ανακαλύπτονται, ξανά και πάλι ξανά απ' την αρχή (αυτό θα πει μάθηση), χωρίς αγκυλώσεις, εθελοτυφλίες ή προκαταλήψεις (αυτό θα πει επιστήμη).

Αυτά. Πειραματικά. Κι από μακριά.