Το Κέντρο στη Μέση

Μου άρεσε το άρθρο του @apdox για την αναζήτηση του Κέντρου. Πέρα από τα σωστά πολιτικά επιχειρήματα που αναπτύσσει όμορφα ο Αποστόλης, υπάρχει και μια άλλη πτυχή του ζητήματος του ρόλου του Κέντρου σαν μια δραστηριότητα που βρίσκεται στη μέση, μέσα και μεταξύ δυο διαθέσεων που, ενώ εμφανίζονται μεταξύ τους πολωμένες, στην πραγματικότητα, κρύβουν την πρωταρχική τους αντίθεση, την αντιπαλότητά τους με το Κέντρο.

Πρόκειται για μια παλιά ιδέα του μεγάλου Γαλλο-Εβραίου γλωσσολόγου Émile Benveniste, η οποία αποσαφηνίζει πλήρως τη διαφορά μεταξύ ενεργητικού-παθητικού με βάση τη σημασιολογική διαφορά μεταξύ δυο γραμματικών τύπων, της ενεργητικής και της παθητικής φωνής. Βασικά, αυτό που λεει ο Benveniste είναι ότι, στη γενικότητά της, μια τέτοια διαφορά είναι απλώς μια διαφορά της τυπολογίας της διάθεσης, του τρόπου που το υποκείμενο δρα επιτελώντας κάποια διαδικασία. Στην ενεργητική φωνή, το υποκείμενο κάνει κάτι που βρίσκεται εξωτερικά από τον εαυτό του κι αν το δούμε με την έννοια αυτή, το υποκείμενο βρίσκεται έξω από το αντικείμενο της δράσης του. Φυσικά και το ελέγχει, το υποκείμενο ενεργώντας παράγει ή διαμορφώνει ή παρεμβαίνει στο αντικείμενο, αλλά υπάρχει μια καλά ορισμένη κατεύθυνση της δράσης, η οποία ξεχωρίζει αρχή και τέλος, δηλαδή, λογικά αφήνει το υποκείμενο έξω από την ίδια τη δράση, τον ιδιαίτερο σκοπό, την ακολουθούμενη κατεύθυνσή της. Απ' την άλλη μεριά, στην παθητική φωνή, το αντικείμενο, ο σκοπός της δράσης είναι, κατευθύνεται προς το ίδιο το υποκείμενο, είτε όταν η δράση ξεκινά απ' το εν λόγω υποκείμενο ή από κάποια άλλα υποκείμενα ή κάποιους άλλους παράγοντες. Αλλά και πάλι, το παθητικό υποκείμενο λογικά ξεχωρίζει από τη διαδικασία της δράσης, γιατί αποτελεί το τέλος της κατεύθυνσης μιας ενέργειας που γίνεται πάνω σ' αυτό. Μ' άλλα λόγια, για τον Benveniste, το ενεργητικό δεν είναι το αντίστροφο του παθητικού, αλλά και τα δυο έχουν νόημα σαν διαδικασίες δράσης, στις οποίες το υποκείμενο βρίσκεται έξω (ή πάνω) από την ίδια τη δράση. Το πραγματικό αντίθετο του ενεργητικού-παθητικού, ισχυρίζεται ο Benveniste, είναι η μέση διάθεση, θυμίζοντάς μας την παλιά μέση φωνή της αρχαιο-ελληνικής γλώσσας που, ιστορικά, κάποια στιγμή εξαφανίστηκε απ' τον ορίζοντα. Δηλαδή, εννοιολογικά και λογικά, αν υπάρχει κάτι στο οποίο και η ενεργητική και η παθητική διάθεση αντιτίθενται αυτό είναι η κατάσταση που το υποκείμενο βρίσκεται εντελώς μέσα, στο εσωτερικό της διαδικασίας της δράσης του, δηλαδή, που το υποκείμενο απορροφάται, εδραιώνεται μέσα στη διαδικασία της δράσης, γίνεται ο τόπος, το ''siège'' της δράσης (όπως έλεγε ο Benveniste).

Για παράδειγμα, αν μιλήσουμε για την πολιτική πράξη, εκείνο που σηματοδοτεί η ενέργεια μιας κάποιας πολιτικής παρέμβασης ή το πάθος των βασάνων από μια κάποια κοινωνικά άδικη πολιτική απόφαση δεν είναι απλώς το γεγονός ότι υπάρχει κάποιο (πολιτικό) υποκείμενο που ενεργεί ή πάσχει στο πλαίσιο των αντίστοιχων καταστάσεων, αλλά σύμφωνα με τον Benveniste, είναι η ίδια η κίνηση του υποκειμένου με βάση και σε σχέση με τη μεσαία κατάσταση της αυτοτελούς στην εσωτερικότητά-της χειρονομίας της πράξης. Γι' αυτό, όταν κάποιος ενθουσιάζεται απ' την ενεργητικότητά του ή λυπάται απ' τις επιπτώσεις κάποιων  άλλων ενεργειών, εκείνο που πρώτιστα έχει σημασία να καταλάβουμε (αν μας πέφτει λόγος φυσικά) είναι τι ανάγκασε το υποκείμενο να ξεστρατίσει από μια ατονική άχρωμη κατάσταση, η οποία δεν είναι ούτε ενθουσιασμός ή χαρά ούτε λύπη ή απελπισία, είναι η μέση φωνή της ταυτόχρονης αν-ενέργειας κι α-πάθειας. Γιατί αυτό που βρίσκεται στη μέση μεταξύ ενεργητικού-παθητικού, εξ ορισμού, δεν είναι ούτε ενεργητικό, ούτε παθητικό, ενώ κάτι το ενεργητικό δεν είναι απαραίτητα παθητικό, ή το αντίθετο, όσο επίμονα κι αν ο κοινωνικός ντετερμινισμός προσπαθεί να μας πείσει ότι ισχύει. Μ' άλλα λόγια, για να καταλάβουμε τη χαρά (ή το "καλό"), δεν έχει νόημα να τη ζυγιάσουμε, να τη μετρήσουμε, ως προς τη λύπη (ή το "κακό"), αλλά να εντοπίσουμε, να ιχνηλατήσουμε, τον τόπο μιας μέσης στάθμης, από τον οποίον ξεπροβάλει, παρεκκλίνει, η χαρά ή η λύπη (το "καλό" ή το "κακό") απελευθερώνοντας προς τα έξω κάτι που από μόνο του καθόταν αρμονικά, μέσα στην οντολογική α-κινητικότητα της εσωτερικότητας της αντίστοιχης έμπρακτης χειρονομίας.

Βέβαια, με τα προηγούμενα, δεν επιχειρώ να υπαινιχθώ ότι, από πολιτικής άποψης, το Κέντρο αποτελεί τη μέση διάθεση ή ότι η Αριστερά κι η Δεξιά ταυτίζονται μ' έναν από τους δυο πόλους του φαινομενικού διπόλου ενεργητικού-παθητικού. Η εποχή μας είναι περίεργη. Μπορεί κάποτε το πολιτικό στερεότυπο να ήταν μια ενεργητική Αριστερά, μια Αριστερά των κοινωνικών αλλαγών, της ριζοσπαστικής κινηματικής δράσης, και μια παθητική Δεξιά, μια Δεξιά της συντήρησης του κατεστημένου, της απόλυτης υπακοής στη φωνή της εκάστοτε εξουσίας (His Master's Voice). Όμως δεν βλέπω αυτό να ισχύει τώρα, στην τρέχουσα συγκυρία, όταν, π.χ., ένας Δεξιός αρχηγός ανυπακούει στις εντολές των ισχυρών ομοϊδεατών του απ' το εξωτερικό ή όταν ένας Αριστερός αρχηγός υπερασπίζεται τα συντεχνιακά προνόμια των "πελατών" της κρατικής εξουσίας κι αντιτίθεται στο στοιχειώδες αίτημα της απόλυτης κοινωνικής δικαιοσύνης, που χωρίς αυτή δεν μπορεί να προχωρήσει καμιά ριζοσπαστική κοινωνική αλλαγή.

Αυτό που θέλω να πω (και καλύπτομαι με την τοποθέτηση του Αποστόλη) είναι ότι πρέπει οπωσδήποτε να καταλάβουμε την ανάγκη της ύπαρξης και της κινητοποίησης του Κέντρου, της διάθεσης που βρίσκεται μέσα στην πολιτική πράξη, στο κέντρο των δράσεων για την κοινωνική εξέλιξη κι έξω από τις ενεργητικές ή παθητικές προφάσεις ή προσχήματα για την αναπαραγωγή της αδράνειας, της ανυποληψίας, της παγίδευσης του συστήματος μέσα στους βάλτους της μιζέριας, της έχθρας, της φοβίας, της κακοδαιμονίας. Ένα Κέντρο που είναι κάθετα αντίθετο και με τον προσανατολισμό της εργαλειακής ή χρησιμοθηρικής ή οπορτουνιστικής ενεργητικότητας και με την χίμαιρα της ναρκισσιστικής ή "ωχαδερφιστικής" ή πατερναλιστικής-συμφεροντολογικής παθητικότητας, απ' όπου κι αν προέρχονται οι τακτικισμοί αυτοί ή οι παθογένειες αυτές. Ένα Κέντρο που δεν συμβιβάζεται με την εξουσία των εξωτερεικευμένων ή φετιχοποιημένων διαδικασιών των ενεργητικών ή παθητικών πολιτικών δράσεων, αλλά που εσωτερικεύει στην ίδια τη διαδικασία της ατονικής πολιτικής αντιπαλότητας τη σχέση της ενεργητικής ρήξης με την παθητική αναπαραγωγή των αδιέξοδων της εξουσίας.

Αμήν. (Δεν το λεω χαριτολογώντας, απλώς γιατί πιστεύω στη χάρη και τη δύναμη του κατέχοντος.)